Καλεσμα και πλοτερ για την πορεια της 25/1 για τα Τεμπη

Η Κοινωνική Δικαιοσύνη κερδίζεται στους δρόμους

… Και όχι μέσα από δικαστήρια, κόμματα και ηγέτες.

Σχεδόν τρία χρόνια έχουν περάσει από το μεγαλύτερο κρατικό/καπιταλιστικό έγκλημα της σύγχρονης εποχής στην χώρα, το έγκλημα στα Τέμπη, που κόστισε την ζωή σε 57 συνανθρώπους μας.
Σχεδόν τρία χρόνια μετά, καμία ευθύνη δεν έχει αποδοθεί στους πραγματικούς υπαίτιους αυτής της τραγωδίας, που δεν είναι άλλοι από το πολιτικό προσωπικό της χώρας, εκείνους που βρίσκονταν στις καίριες θέσεις ευθύνης που θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει αυτό το έγκλημα, αλλά και το Κεφάλαιο, δηλαδή τις ιδιωτικές εταιρίες οι οποίες, εν μέσω κρίσης, εξαγόρασαν για μια μπουκιά ψωμί τις δημόσιες υποδομές. Όλοι όσοι προτεραιοποίησαν το κέρδος έναντι της ασφάλειας και της ανθρώπινης ζωής. Κανέναν και καμιά δεν ξεγελάει η απόδοση ευθυνών ατομικά σε αποδιοπομπαίους τράγους, ακόμη κι αν έφεραν και οι ίδιοι κομμάτι της ευθύνης.

Η παρούσα κυβέρνηση, έως και πρόσφατα, αισθανόταν παντοδύναμη και έδειχνε να πιστεύει πως δεν χρειάζεται να απολογηθεί σε κανέναν και για τίποτα. Μετά και από την δεύτερη εκλογική της επικράτηση, το περίφημο “41%”, συνέχισε να προχωράει στα αντικοινωνικά της σχέδια με περίσσεια αλαζονεία και αναλγησία, στο σημείο που δεν δίσταζε καν να εμπαίζει τους συγγενείς των θυμάτων, να διατάζει το μπάζωμα του χώρου του εγκλήματος, να ψεύδεται σε σχέση με τους πραγματικούς λόγους και τις αληθινές αιτίες που οδήγησαν στο δυστύχημα.

Μετά τις περσινές μεγαλειώδεις διαδηλώσεις – τόσο της 26ης Γενάρη, όσο και της 28ης Φλεβάρη, οι οποίες συγκέντρωσαν πάνω από 2 εκατομμύρια ανθρώπους πανελλαδικά και πολλές χιλιάδες ακόμη σε διάφορες πόλεις σε όλον τον κόσμο- κάτι έδειξε να αλλάζει προς στιγμήν και στην κοινωνία αλλά και στην ίδια την κρατική διαχείριση.

Για κάποιο χρονικό διάστημα, όσο οι κοινωνικές μάζες βρίσκονταν στον δρόμο, η Κυβέρνηση κατάλαβε πως δεν είχε πια απέναντι της μια κοινωνία μουδιασμένη και ηττημένη, μετά από 15 – και βάλε- χρόνια κρίσης. Δεν είχε πια απέναντί της μια κοινωνία της οποίας τα πιο ενεργά κομμάτια προσπαθούσαν να συνέλθουν από το φιάσκο της σοσιαλδημοκρατίας και που πάσχιζαν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα την ακραία καταστολή των ακροδεξιών πολιτικών της παρούσας κρατικής διαχείρισης. Είχε πλέον να αντιμετωπίσει την γενική κατακραυγή. Από εκεί που το Κράτος θεωρούσε ότι βρίσκεται στην στιγμή της απόλυτης κυριαρχίας του, ώστε να υπηρετήσει το Κεφάλαιο χωρίς καμία περίσπαση, οι εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που στάθηκαν στο πλευρό των συγγενών των θυμάτων και ζήτησαν δικαιοσύνη, φάνηκε προς στιγμήν να ταρακουνούν την σιγουριά των κυβερνώντων. Φάνηκε ξεκάθαρα πως ήταν λάθος τους να πιστεύουν ότι η παρούσα κατάσταση κοινωνικής αδράνειας μπορεί να συνεχιστεί υπέρ τους επ’ αορίστον.

Η κοινωνία μπορεί να είναι βαθιά καταρρακωμένη από την συνεχιζόμενη επίθεση και η εργατική τάξη για πολλά χρόνια διασπασμένη και διαιρεμμένη, αλλά κατέστη πλέον κοινώς κατανοητό – τουλάχιστον ανάμεσα σε όσους δεν είναι ποταποί τσανακογλείφτες της Κυβέρνησης και των αφεντικών – πως ένα τέτοιο έγκλημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να μείνει αναπάντητο. Το συναίσθημα της οργής – που υφέρπει στο εσωτερικό της κοινωνίας εδώ και πολύ καιρό – έψαχνε διέξοδο να εκφραστεί.

Για αυτό τον λόγο, την περίοδο εκείνη πραγματοποιήθηκε μια οξεία επίθεση της Κυβέρνησης και των πληρωμένων φερεφώνων της απέναντι στους ίδιους τους συγγενείς των θυμάτων, αλλά και σε κάθε άνθρωπο που τους συμπαραστάθηκε ενεργά. Η προπαγάνδα έφτασε στα έσχατα επίπεδα κατασυκοφάντησης, ενώ επιστρατεύθηκαν και νέες τεχνικές παραχάραξης της αλήθειας (παραποιημένα Video κλπ).

Ταυτόχρονα, η Κυβέρνηση προσπάθησε να “τσιμεντώσει” το δικό της κοινό με αφίσες που καλούσαν τον κόσμο να μην κατέβει στις πορείες, ανασύροντας ακόμη και τους νεκρούς στο Μάτι για να πείσει πως όλα αυτά είναι μια σκευωρία προκειμένου να πέσει η – τόσο αγαπητή σε όλους – κυβέρνηση του Μητσοτάκη.

Ακόμη και μετά τις μαζικές περσινές διαδηλώσεις για τα Τέμπη, τις μεγαλύτερες σε όγκο στην σύγχρονη ιστορία της χώρας, η Κυβέρνηση παρίστανε πως δεν συνέβη τίποτα. Καμία αυτοκριτική, καμία κίνηση που να έδειξε έστω και την πιο στοιχειώδη θέληση για ανάληψη ευθύνης.

Δυστυχώς, στους μήνες που ακολούθησαν, το κίνημα των Τεμπών, δηλαδή οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που βρέθηκαν στους δρόμους για να στηρίξουν τους συγγενείς που ζητούσαν δικαίωση, αποδυναμώθηκε.

Από την μία, αυτό ήταν αναπόφευκτο να συμβεί, καθώς υπήρχε έλλειψη οποιασδήποτε σταθερής δομής οργάνωσης – πέραν του Συλλόγου των Συγγενών των Θυμάτων και κάποιων πρωτοβουλιών νέων ανθρώπων. Επίσης, η σταδιακή ανάθεση της απόδοσης της “Δικαιοσύνης” (γενικά κι αόριστα) αποκλειστικά στην θεσμική οδό, δηλαδή στις δικαστικές αίθουσες, ποτέ δεν θα μπορούσε πραγματικά να αγγίξει την συστημική ρίζα του προβλήματος, καθώς η αστική “δικαιοσύνη” μόνο τυπικά είναι ανεξάρτητη και στην πραγματικότητα είναι πλήρως ελεγχόμενη, ειδικά στην Ελλάδα. Και σε γενικότερα πλαίσια όμως, μια τέτοιου είδους θεσμική αντίληψη περί της απόδοσης “δικαιοσύνης”, ουσιαστικά απομακρύνει την κοινωνία από την πραγματική ενασχόληση με το ζήτημα με όρους μαζικής και δυναμικής διεκδίκησης και την καθιστά απλό θεατή.

Επιπλέον, στην συγκεκριμένη περίσταση, το ίδιο το αίτημα της “Δικαιοσύνης” δεν απέκτησε ποτέ πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο, για αυτό άλλωστε και συσπείρωσε ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και πολιτικής απόχρωσης, οι οποίοι μπορεί να έχουν μεταξύ τους ριζικά αντίθετα ταξικά και κοινωνικά συμφέροντα και σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή να βρίσκονταν στο απέναντι στρατόπεδο. Ήταν όμως ταυτόχρονα ενα αίτημα τόσο γενικό, ώστε να είναι εύκολο να ελεγχθεί και να βρει τα όριά του.

Από την άλλη, τα ριζοσπαστικά και επαναστατικά κινήματα δεν κατάφεραν να παρέμβουν ουσιαστικά σε αυτό το ζήτημα, να το συνδέσουν πολιτικά με την γενικότερη έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης και να αναδείξουν τις βαθύτερες συστημικές αιτίες που οδήγησαν στο Έγκλημα. Παρά την συνεχή τους παρουσία στον δρόμο, πάρα τις εκατοντάδες εκδηλώσεις και την αμέριστη αλληλεγγύη που έδειξαν στους Συγγενείς, δεν φάνηκαν να μπορούν να καταστήσουν κυρίαρχα τα αντικαπιταλιστικά προτάγματα στον αγώνα αυτό, στον οποίο κυριάρχησε ένα αίσθημα εθνικής ενότητας και εναντίωσης στην παρούσα κυβέρνηση.

Δεν κατάφεραν δηλαδή, με λίγα λόγια, να καταστήσουν κοινό κτήμα των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που βρέθηκαν στον δρόμο – η πλειοψηφία των οποίων ντε φάκτο ανήκει στην τάξη μας- πως το ζήτημα δεν αφορά μόνο την συγκεκριμένη Κυβέρνηση ή μόνο συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα. Κανείς δεν αμφιβάλλει βέβαια πως οι παρόντες διαχειριστές του Κράτους είναι οι πιο βαθιά βουτηγμένοι στα συμφέροντα, τις μίζες και τα πάρε-δώσε με την μαφία και το μαύρο κεφάλαιο. Φυσικά και έχουν κάνει τα πάντα για να καλύψουν τους “υμετέρους”. Φυσικά και είναι οι προτιμότεροι από το Κεφάλαιο διαχειριστές του συστήματος. Ωστόσο, το ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο.

Το έγκλημα στα Τέμπη αναδεικνύει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το που οδηγούν οι ακραίες καπιταλιστικές πολιτικές της ιδιωτικοποίησης των πάντων, της υποβάθμισης κάθε δημόσιας υποδομής στον βωμό του κέρδους. Ακόμη και η ίδια η συγκάλυψη και το ζήτημα με τα παράνομα καύσιμα που μετέφερε το τρένο, μας δείχνουν τον ακραίο βαθμό του εναγκαλισμού του Κράτους με το (μαύρο ή μη) Κεφάλαιο και τα επίπεδα ποταπότητας στα οποία μπορεί να εκπέσει το πρώτο για να καλύψει το δεύτερο.

Αφού λοιπόν το ριζοσπαστικό και επαναστατικό κίνημα δεν κατάφερε να νοηματοδοτήσει επαρκώς τον αγώνα, άνοιξε ο δρόμος για την διαμεσολάβηση, την αντιπροσώπευση και την κομματικοποίησή του. Αν και πολλά από τα υπάρχοντα κόμματα του κοινοβουλίου φάνηκε ότι θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την ενασχόλησή τους με το ζήτημα και τις σχέσεις τους με συγκεκριμένους εν των Συγγενών (Βελόπουλος, Κωνσταντοπούλου, Νίκη) εν τέλει εμφανίστηκε το (υπό ίδρυση) κόμμα Καρυστιανού, το οποίο προβάλει ως μοναδική του αξίωση την “κάθαρση” του πολιτικού συστήματος και την “τιμωρία των υπευθύνων”, δηλαδή των πολιτικών προσώπων που εμπλέκονται στο έγκλημα και τη συγκάλυψη. Η κυρία Καρυστιανού, της οποίας τον αγώνα για δικαίωση, από κοινού με τους υπόλοιπους συγγενείς, στήριξε εξαρχής το ριζοσπαστικό κίνημα, εμφανίζεται να μην έχει ξεκάθαρες θέσεις για όλα τα υπόλοιπα πολιτικά, κοινωνικά και κυρίως οικονομικά ζητήματα που μαστίζουν την πλειοψηφία της κοινωνικής βάσης και ιδίως την εργατική τάξη. Δηλώνει πως “υπερβαίνει” τον διαχωρισμό “Δεξιάς/Αριστεράς”, ενώ ταυτόχρονα έχει συσπειρώσει στο επιτελείο της προσωπικότητες της ακροδεξιάς, κάτι που αντανακλάται και σε διάφορες δηλώσεις της.

Όμως, ως ξεκάθαρο κρατικό/καπιταλιστικό έγκλημα, τα Τέμπη δεν είναι ξεκομμένα από τα λοιπά κοινωνικά και ταξικά ζητήματα, τα καθημερινά εγκλήματα πάσης φύσης: στους χώρους εργασίας (“εργατικά ατυχήματα”), στα υδάτινα και χερσαία σύνορα (δολοφονίες μεταναστ(ρι)ών), δεν είναι ξεκομμένα από τον πνιγμένο Θεσσαλικό Κάμπο και τα καμμένα δάση και σπίτια σε όλη την χώρα, από την Ρόδο μέχρι τον Έβρο. Δεν είναι ξεκομμένα από την φτώχεια και την ανεργία, μέσα σε ένα σύστημα που ιεραρχεί το κέρδος πάνω από την ανθρώπινη ζωή. Υπαίτιοι για όλα τα παραπάνω δεν είναι μονάχα συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα τα οποία χρήζουν “τιμωρίας” και “κάθαρσης”, ούτε καν μονάχα η συγκεκριμένη κυβέρνηση όπως αναφέραμε και παραπάνω. Υπαίτιο είναι συνολικά το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Το Κράτος και το Κεφάλαιο.
Ένα σύστημα διεθνές, που στον μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό εγκληματεί παντού με παρόμοιους τρόπους και επηρεάζει τις ζωές όλων των ανθρώπων που βρίσκονται υπό την κυριαρχία του, όπως φανερώθηκε πρόσφατα και με το νέο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία, χώρα στην οποία οι σιδηρόδρομοι άνοιξαν στον ιδιωτικό τομέα λίγα χρόνια πριν και που στην ιδιωτικοποίηση εμπλέκεται, τι περίεργο, η ίδια εταιρία που εξαγόρασε τα ελληνικά τρένα για μια μπουκιά ψωμί εν μέσω των μνημονίων, η Ιταλική Ferrovie dello Stato Italiane.

Μέσα σε αυτό το εκμεταλλευτικό Κρατικό-Καπιταλιστικό σύστημα, η απόδοση της “Δικαιοσύνης” δεν μπορεί να αφεθεί στα ελεγχόμενα αστικά δικαστήρια, αλλά ούτε και στα υπάρχοντα πολιτικά πλαίσια γενικότερα, δεν μπορεί να επέλθει μέσα από κοινοβουλευτικά κόμματα, ηγέτες και σωτήρες, όσο αντισυστημικό προφίλ κι αν παρουσιάζουν. Ακόμη και άνθρωποι με αγνές προθέσεις, όταν καταλήγουν να διεκδικούν την δικαίωση του αγώνα τους μέσω της εμπλοκής στο ίδιο το σύστημα που προκαλεί την δικιά και τον θάνατο, ουσιαστικά προδίδουν τον ίδιο τον σκοπό τους.

Ως αναρχικοί/ες δεν έχουμε αυταπάτες: Οι κοινωνικοί αγώνες κερδίζονται στους δρόμους, με την αλληλεγγύη και την αυτο-οργάνωση. Ακόμη κι αν επέλθει κάποιου είδους δικαστική δικαίωση ή πολιτική “κάθαρση” που θα αφορά το συγκεκριμένο έγκλημα στα Τέμπη, όσο οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτό παραμένουν ανέπαφες, τίποτα δεν εμποδίζει ένα νέο, παρόμοιο έγκλημα από το να συμβεί. Πραγματική δικαίωση για τα θύματα του εγκλήματος των Τεμπών σημαίνει την κατάργηση των όρων που το προκάλεσαν, ώστε να μην επαναληφθεί. Και μια τέτοια δικαίωση μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την απόδοση πραγματικής κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσα από τον συνολικό αγώνα για την κοινωνική επανάσταση, έναν κόσμο ισότητας και ελευθερίας. Έναν κόσμο χωρίς καταπιεστές και καταπιεζόμενους, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Έναν κόσμο όπου το ιδιωτικό κέρδος δεν θα μπαίνει πάνω από τις ζωές μας, αφού δεν θα υπάρχει καν.

Οι νεκροί των Τεμπών περιμένουν. Αναμένουν δικαίωση. Και είναι καθήκον των ζωντανών να την αποδώσουν.

Όλοι και όλες στις διαδηλώσεις για τα Τέμπη, Κυριακή 25/1, 12.00, στο Άγαλμα του Βενιζέλου

(Σχηματίζουμε κοινό μπλοκ με τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της Ελευθεριακής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης και της Αναρχικής Ομάδας Πυρανθός)